Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Εγκεφαλική παράλυση- Καινούριος τρόπος να διαβάζουμε ένα βιβλίο

     Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, αλλάζει και η αντιμετώπιση που έχουν στις διάφορες καταστάσεις. Μία απ' αυτές είναι και το διάβασμα. Ο μεγάλος πλέον ζητάει από μόνος του και ακούει με ευχαρίστηση να του διαβάζω ένα  παραμύθι, παρατηρεί μόνος του προσεχτικά τις εικόνες, κάνει ερωτήσεις επάνω στο περιεχόμενο του βιβλίου, βγάζει συμπεράσματα και γενικότερα έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει ένα βιβλίο στην πραγματική του διάσταση. Αυτό είναι πολύ  μεγάλη αλλαγή για ένα παιδί που μέχρι πέρσι  το φθινόπωρο βαριόταν αφάνταστα τα βιβλία και μελετούσε ενδελεχώς μόνο τους διαφημιστικούς καταλόγους των παιχνιδομάγαζων.
    Ο Γιώργος όμως είναι μία άλλη ιστορία. Ενώ από μωρό του άρεσαν πολύ τα βιβλία, άκουγε με πολλή προσοχή όταν του διάβαζες και τα μάθαινε απ' έξω, όχι μόνο τα ποιηματάκια που είναι πιο εύκολο, αλλά και πεζό λόγο, κάποια στιγμή υπέστη αλλαγή 180 μοιρών. Σ΄ αυτό είμαι σίγουρη ότι συνετέλεσε το γεγονός ότι προσπαθήσαμε και μέσα απ' τα βιβλία να κάνουμε ασκήσεις εργοθεραπείας. Δηλ. πιάναμε να διαβάσουμε ένα παραμύθι και του έλεγα να μου δείξει την τάδε ζωγραφιά, δεν τον άφηνα να ξεφυλλίζει το βιβλίο σαν παλαβός, αλλά αργά τις σελίδες και να συγκεντρωνόμαστε στην καθεμία κλπ. Για αρκετό χρόνο το παιδί συναινούσε και πράγματι κάναμε θαυμάσια δουλειά εργοθεραπείας μέσα από την ανάγνωση ενός βιβλίου. Κάποια στιγμή όμως μεγαλώνοντας, αντιλήφθηκε τι γινόταν και πέρασε σε αρνητική στάση. Δεν θέλει πλέον να διαβάζουμε βιβλία μαζί, θέλει μόνος του να τα παίρνει, να τα ξεφυλλίζει με το γνωστό τρόπο κακοποιώντας τα και να λέει ιστορίες άσχετες με το περιεχόμενο του βιβλίου. Εγώ δεν επέμεινα να συνεχίσουμε να διαβάζουμε ''θεραπευτικά'' μιας και είχε άρνηση και τον αφήνω να διαβάζει τα βιβλία με τον δικό του τρόπο αφού έτσι διασκεδάζει και περνάει ευχάριστα την ώρα του. Δεν έπαυα όμως να έχω στο μυαλό μου τα εξής:
α) Η φυσιοθεραπεύτρια μου είχε πει ότι αν αγαπήσει το βιβλίο και το διάβασμα, αυτό θα τον βοηθήσει πολύ στα θέματα του με την εγκεφαλική παράλυση.
β) Με ανησυχούσε αυτή η τάση του να ξεφυλλίζει τα βιβλία και να λέει άλλα γι' άλλα, γιατί πάντα μες το μυαλό μου υπάρχει η  αμφιβολία τι είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό με το Γιώργο, πράγμα που δεν μπορώ να γνωρίζω και πάω ψαχτά.
Είχα λοιπόν δύο θέματα να λύσω. Στο δεύτερο η λύση μου δόθηκε από το ίδιο το παιδί αναπάντεχα χωρίς να το περιμένω. Μία μέρα, και χωρίς να περιμένω απάντηση να πω την αλήθεια, του λέω: ''Γιώργο, ξέρεις, αυτό το βιβλίο που διαβάζεις δεν λέει μέσα για διαδρομές με το λεωφορείο (το νέο του κόλλημα), λέει άλλα πράγματα" Γυρίζει και μου απαντάει '' Το ξέρω. Λέει την αλφαβήτα, αλλά εγώ σε κάθε γράμμα βάζω ένα μέρος  (π.χ Β, Βουλιαγμένη). Εντάξει, ανακουφίστηκα. Έχει συναίσθηση τι κάνει , οπότε άστον να τραβιέται, αφού του αρέσει.
Άντε λοιπόν ν' ασχοληθούμε με το άλλο θέμα. Να τον κάνουμε να ξαναγαπήσει το διάβασμα. Πρώτα πρώτα αποφάσισα να σταματήσω να του κάνω εργοθεραπεία μέσα από το διάβασμα, τουλάχιστον με τον κλασικό τρόπο που γνωρίζει,  αφού έβλεπα ότι αυτό ήταν μια αιτία που απομακρυνόταν από το βιβλίο.
  Στη συνέχεια πήγαμε ως εξής: Διαβάζαμε λίγο από το βιβλίο, ας πούμε μία σελίδα και μετά την παίζαμε σαν παιχνίδι ρόλων, μια πρόταση αυτός μια εγώ. Για παράδειγμα έχουμε ένα εικονογραφημένο βιβλίο από την Κύπρο ''Επίσκεψη σ' ένα μοναστήρι της Παναγίας (Η ιστορία της μονής Μαχαιρά). Είναι για μεγαλύτερα παιδιά, αλλά αρκετά κομμάτια μπορούν ν' αποδοθούν σ΄ ένα παιδί 4-5 ετών συνοπτικά. Σε μία σελίδα λοιπόν είναι ο αυτοκράτορας και διατάζει τον Πατριάρχη να κατεβάσουν τις εικόνες από τις εκκλησίες (στην περίοδο της εικονομαχίας). Του διαβάζω λοιπόν τη σελίδα (αυτός κοιτάει αλλού) και μετά αυτός είναι ο αυτοκράτορας κι εγώ ο Πατριάρχης και κάνουμε το μικρό διάλογο του βιβλίου. Αφού παίζουμε το διάλογο 1-2 φορές και του εξάπτεται το ενδιαφέρον, τότε του δείχνω τις εικόνες '' Να ο αυτοκράτορας, να ο Πατριάρχης''. Τότε κοιτάει από μόνος του με ενδιαφέρον και ψάχνει να ξεχωρίσει τις εικόνες. Φυσικά ούτε λόγος να του πω ''δείξε μου'' γιατί θα λακίσει. Ίσως αργότερα βρεθεί ένας τρόπος και γι'αυτό.
Επίσης είναι πολύ καλό, όταν διαβάζουμε μαζί και με τα δύο παιδιά. Οι ερωτήσεις και τα σχόλια του ενός παροτρύνουν και τον άλλον να συμμετέχει, μπορούν να μοιράζονται τους ρόλους της ιστορίας και να κάνουν τους διαλόγους αναμεταξύ τους.

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Ένα παιχνίδι για τη λεπτή κινητικότητα και το συντονισμό ματιού -χεριού

Ένα εύκολο παιχνίδι για την εξάσκηση της λεπτής κινητικότητας και το συντονισμό ματιού χεριού είναι το ξεχώρισμα από τα μικρά τουβλάκια λέγκο. Όταν το παιδί  έχει κατακτήσει το  στάδιο όπου πιάνει και ξεχωρίζει τα μεγάλα τουβλάκια, πηγαίνουμε στα μικρά μικρά, αυτά που χρησιμοποιούμε για τις κατασκευές.
Βάζουμε το παιδί να κάτσει σε μία θέση που να του επιτρέπει να χρησιμοποιεί τα χέρια του όσο το δυνατόν καλύτερα, όπως π.χ στο τραπέζι εργοθεραπείας, στον ορθοστάτη ή ακόμη και στο πάτωμα, κάθισμένο πάνω στη σφήνα με τα πόδια οκλαδόν ή τεντωμένα (χαλαρά εννοείται) και γυρισμένα προς τα έξω (συνήθως τα κρατάμε εμείς γιατί είναι σίγουρο πώς, αφού ασχολείται με κάτι με τα χέρια, θα βγουν εξαρτημένες στα πόδια). Βάζουμε μπροστά του έναν αριθμό από τουβλάκια, μικρά τετραγωνάκια ή παραλληλόγραμα, τα πολύ πολύ μικρά τα αφήνουμε απ' έξω στην αρχή και και τα εισάγουμε σιγά σιγά. Είναι σημαντικό το φόντο (δηλ. το τραπέζι, το πάτωμα, το χαλί όπου ακουμπάμε τα τουβλάκια) να είναι μονόχρωμο,  ανοιχτόχρωμο και ουδέτερο π.χ μπεζ, ανοιχτό γκρι, ώστε να ξεχωρίζουν τα χρώματα απ' τα τουβλάκια. Επίσης τα τουβλάκια δεν πρέπει να είναι ούτε υπερβολικά πολλά και ανακατεμένα, για να μη χαθεί το παιδί, ούτε πολύ λίγα. Εμείς βάζουμε γύρω στα 10 με 15 τουβλάκια διαφόρων χρωμάτων.
Επιλέγουμε το πλαίσιο βάσει του οποίου θα παίξουμε και που πρέπει να είναι κάτι που θα ενδιαφέρει πολύ το παιδί π.χ ομάδες (κόκκινα τουβλάκια του Ολυμπιακού, κίτρινα της ΑΕΚ, πράσινα του ΠΑΟ, μαύρα του ΠΑΟΚ κοκ), φυσικός κόσμος (πράσινο  για δέντρο, μπλε για θάλασσα,  κίτρινο για ήλιο κοκ), γεωγραφία (μπλε για την Ευρώπη, κόκκινο για την Αμερική, κίτρινο για την Ασία κοκ). Εμείς τουλάχιστον παίζουμε σ'αυτό το πλαίσιο αλλά ο καθένας μας μπορεί να σκεφτεί κάτι άλλο, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του παιδιού του. Ζητάμε λοιπόν από το παιδί, μέσα από τα τουβλάκια, να ξεχωρίσει και να μας δώσει ένα κίτρινο π.χ για την ΑΕΚ. Ακόμη και αν το ψάξει στα τυφλά και στην τύχη, κάποια στιγμή, αν τον ενδιαφέρει το παιχνίδι, θα υποχρεώσει τον εαυτό του να συντονίσει το χέρι με το μάτι. Εμείς, όταν μας δίνει το τουβλάκι, τα χωρίζουμε σε σωρούς ίδιου χρώματος. Έτσι του μαθαίνουμε την ομαδοποίηση (όλα τα κόκκινα μαζί, όλα τα κίτρινα μαζί...) μια και οι κινητικές του ικανότητες δεν του επιτρέπουν να κάνει μόνο του ομαδοποίηση. Τουλάχιστον τη μαθαίνει θεωρητικά και την αναγνωρίζει όταν τη βλέπει. Σιγά σιγά πιστεύω θα έρθει και η πράξη (σε μας ακόμη δεν έχει έρθει, θα το δουλέψουμε όμως).
Το παιχνίδι αυτό το βρήκαμε, όταν ο Γιώργος με βοήθησε να μαζέψω τα τουβλάκια λέγκο που είχε διασκορπίσει και παρατήσει ο αδελφός του. Το είπαμε στην εργοθεραπεύτρια και μας είπε ότι είναι πολύ καλή άσκηση για τη λεπτή κινητικότητα και το συντονισμό ματιού-χεριού. Την κεντρική ιδέα της άσκησης είχαμε αρχίσει να την καλλιεργούμε από πέρσι το καλοκαίρι (βλ.ανάρτηση "το καλοκαίρι μας") αλλά τώρα τη βελτιώσαμε και τη συμπληρώσαμε.
Αν κάποιος άλλος γονιός κάνει αυτή την άσκηση και δει ωφέλεια, παρακαλώ να μου γράψει την παραλλαγή του, ώστε να πάρω ιδέες.

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Παιδί με εγκεφαλική παράλυση και αδέλφια: "Μαμά, ζηλεύω τις ασκήσεις του Γιώργου"

"Μαμά, ζηλεύω όταν ο Γιώργος κάνει μπαστούνι"
Το σκηνικό είναι τελείως σουρρεαλιστικό. Ο Γιώργος να ξεφεύγει από δω και από κει, προκειμένου να μην κάνει τις ασκήσεις του στο μπαστούνι και ο αδελφός του να έχει πάρει το μπαστούνι και να κάνει ασκήσεις δικής του επινόησης.
Η φυσιοθεραπεύτρια μας είχε τονίσει από την αρχή ότι στο άλλο μας παιδί πρέπει να δώσουμε πολύ μεγάλη προσοχή και να μην αφήσουμε να γίνονται οι ασκήσεις του Γιώργου σε βάρος αυτής της προσοχής. Ο λόγος εύκολος, η πράξη δύσκολη.
Μπορείς ν'αφήσεις το παιδί με το πρόβλημα χωρίς τις ασκήσεις του; Όσο και να μας βεβαιώνει η φυσιοθεραπεύτρια ότι η απαραίτητη δουλειά γίνεται από τους θεραπευτές του, καταλαβαίνουμε με την κοινή λογική ότι αλλιώς είναι οι 3 ώρες με τη φυσιοθεραπεύτρια και η 1 με την εργοθεραπεύτρια την εβδομάδα κι αλλιώς να ενσωματώσει ο γονιός τις ασκήσεις στην καθημερινότητα του παιδιού. Τότε επιτυγχάνονται πολύ μεγαλύτερα αποτελέσματα. Μοιραία όμως, μέρος του χρόνου που απαιτείται για τις ασκήσεις θα το  ''κλέψεις'' από το χρόνο απασχόλησης με το άλλο ή τα άλλα παιδιά σου. Όσο και να έχουν κάποια ιδέα, ανάλογα με την ηλικία τους, για το τι έχει ο αδελφός τους και γιατί πρέπει να κάνει ασκήσεις, το συναίσθημά τους παραμένει ίδιο, νιώθουν δηλ. ότι αυτά αφήνονται μόνα τους, χωρίς να τα παίζει κανένας και χωρίς κανένας ν'ασχολείται μαζί τους. Αυτά δεν τα υποθέτω, τα ξέρω γιατί μου τα έχει πει ο γιος μου.
Όσο ήταν πιο μικρά, κάποιος απασχολούσε το μεγάλο, τον έβγαζε μια βολτίτσα, έπαιζε μαζί του εκτός σπιτιού κλπ και εγώ έκανα τις ασκήσεις με το Γιώργο. Επειδή κι ο Γιώργος ήταν μικρός και οι ασκήσεις εκείνου του καιρού πιο απλές, δεν χρειαζόταν να τις κάνουμε μέσα από παιχνίδι. Καθώς όμως μεγάλωναν δημιουργήθηκε το εξής σκηνικό: Αυτοί που απασχολούσαν το Λευτέρη κουράστηκαν, βαρέθηκαν (άλλο είναι να βγάζεις βόλτα με το καρότσι ένα δίχρονο κι άλλο να παίζεις μπάλα με ένα τετράχρονο και να το κυνηγάς στους δρόμους), οπότε κι αυτός έμενε μαζί μας στο σπίτι. Κάποια στιγμή έπρεπε να κάνουμε και τις ασκήσεις του Γιώργου. Ο μεγάλος μπορούσε πια ν'απασχοληθεί μόνος του, με κάποιο παιχνίδι, ή να δει κάτι στην τηλεόραση ή στο κομπιούτερ. Οπότε αναγκαστικά έκανα αυτό, τον έβαζα ν'ασχολείται με κάτι ώσπου να τελειώσουμε τις ασκήσεις. Όμως κι ο Γιώργος είχε πια μεγαλώσει και αρνούνταν να κάνει τις ασκήσεις ξερά ως ασκήσεις. Υποχρεώθηκα λοιπόν να τις κάνω μέσω παιχνιδιού, το οποίο άλλαζε ανά διαστήματα, όταν βαριόταν το προηγούμενο παιχνίδι. Ο άλλος ακούγοντας τα παιχνίδια, θεωρούσε φυσικά ότι παίζω με το Γιώργο κι αυτόν τον αφήνω απέξω. Πολλές φορές τον συμπεριλάμβανα κι αυτόν στις παιχνιδοασκήσεις. Στην αρχή το θέμα πήγαινε καλά αλλά μετά από λίγη ώρα στράβωνε, όπως είναι φυσικό. Ο Λευτέρης άρχιζε να παίζει σαν όλα τα αγόρια της ηλικίας του, με άγαρμπες κινήσεις, τρεχάματα, πηδήματα, σκαρφαλώματα, κάναμε το ρολέιτορ με το Γιώργο και του ερχόταν έμπνευση να μας εμποδίζει να περάσουμε αν δεν του πληρώναμε (φανταστικά) λεφτά. Πηγαίναμε στο διάδρομο, αυτός σκαρφάλωνε απ' τα πλάγια, κυλιόταν μπροστά στον άλλον που προσπαθούσε να περπατήσει κλπ, πηγαίναμε στην ελβετική μπάλα κι ενώ ο Γιώργος έκανε τους ραχιαίους, ο άλλος κουνούσε πέρα δώθε την μπάλα. Αφού αυτή η πρακτική δεν απέδωσε, επιχείρησα να κάνω το Λευτέρη αφεντικό στις ασκήσεις δηλ. να μας λέει αυτός που θα πηγαίνουμε ( με το ρολέιτορ πάμε πάντα κάπου, συνήθως γυρίζουμε τις πόλεις του κόσμου), για ποιον ήρωα καραγκιόζη  θα κάνουμε τους ραχιαίους, τι πράγματα να φέρουμε κλπ. Αυτή η τακτική ίσως να απέδιδε αλλά συναντήσαμε την πεισματάρικη απάντηση του Γιώργου δηλ το ''όχι" του σε ό,τι έλεγε ο άλλος.
'Να πάτε στην Πάτρα', έλεγε ο Λευτέρης. 'Όχι,όχι δεν πάμε', ο άλλος - κι ήταν κι αμετάπειστος. Πάει κι αυτή η λύση, δεν ήταν λύση τελικά.
Κατόπιν έδινα κάτι στο Λευτέρη ν'απασχοληθεί, κάτι που τον ενδιέφερε πολύ. Έτσι μπορούσαμε να κάνουμε με το Γιώργο τις ασκήσεις. Τελικά όμως διαπίστωσα ότι το αυτί του, ακόμη κι όταν ασχολούνταν μ'αυτό το κάτι, ήταν στα παιχνίδια των ασκήσεων.
Ώσπου τελικά (μιας και από μικρό τον έχω μάθει να εξωτερικεύει τα συναισθήματά του, μιας κι εγώ ήμουν πολύ εσωστρεφής κι αυτό μου βγήκε σε κακό) το είπε:
"Μαμά, ζηλεύω όταν ο Γιώργος κάνει μπαστούνι" και βέβαια και η συνέχεια ''Μαμά, ζηλεύω όταν ο Γιώργος κάνει διάδρομο", "Μαμά, ζηλεύω όταν ο Γιώργος κάνει μπάλα" κλπ . (Αχ πουλάκι μου, αν καταλάβαινες γιατί τα κάνει ολ'αυτά δεν θα ζήλευες καθόλου. Αλλά είσαι μικρούλης και δεν καταλαβαίνεις. Μερικά παιδιά βέβαια δεν καταλαβαίνουν ακόμη κι όταν μεγαλώσουν)
"Έλα λοιπόν του λέω να κάνεις κι εσύ ασκήσεις". Λέω "άντε να τον βάλω πάνω στη μπάλα να κάνει δυο τρεις ραχιαίους, να του φύγει ο πόθος". Έλα όμως που αυτός ήθελε πλήρες παιχνιδοπρόγραμμα, σαν αυτό που έχει ο Γιώργος. Εδώ δεν προλαβαίνω να κάνω τις ασκήσεις του ενός, που να κάνω και ασκήσεις με τον άλλον,
Μας την είπε κι η φυσικοθεραπεύτρια ''Εγώ σας το είχα πει. Έπρεπε να φτάσει το παιδί να πει ''ζηλεύω'';. Τέλος πάντων, τι να ξέρει κι αυτή, είναι φυσικοθεραπεύτρια παιδιών με αναπηρία, όχι μητέρα παιδιού με αναπηρία.
Εντωμεταξύ άρχισα να σκέφτομαι. Το ότι έχουμε φουλ πρόγραμμα με το Γιώργο, δεν σημαίνει ότι δεν ασχολούμαι με το άλλο παιδί. Κλέβω το χρόνο από το μαγείρεμα, απ' τις δουλειές του σπιτιού, από κάπου που θέλω να πάω και δεν πάω. Όμως τελικά αυτό δεν φτάνει ή κάπου δεν τα χειρίζομαι σωστά.
Θέλω να πω ακόμη ότι ο μεγαλος είναι και εξαιρετικά ανυπάκουος.  Όλη μέρα κάποιος (μαμά, μπαμπάς, παππούς, γιαγιά κλπ) φωνάζει τ' όνομά του και δίπλα κάτι αρνητικό ( αν το κάνεις αυτό θα έχεις συνέπειες, έλα δω, που πάς, γιατί το έκανες αυτό, σκας γάιδαρο κλπ). Όσο και να μην θέλεις σε οδηγεί εκεί  η συμπεριφορά του. Πολλές φορές δε, έχει και κακούς τρόπους δηλ. μιλάει με αγένεια. Άρχισα να σκέφτομαι μήπως κι αυτά έχουν σχέση με τις ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί εδώ μέσα.
Εφαρμόζω λοιπόν πλέον νέα τακτική εδώ και μία εβδομάδα. Ουσιαστικά οδηγήθηκα σ'αυτήν απ' τα πράγματα. Δεν κάνω πλέον ασκήσεις στο Γιώργο όταν είναι παρών ο Λευτέρης. Το πρόγραμμα που ακολουθούμε είναι το εξής:
 Επειδή ο μεγάλος ξυπνάει νωρίτερα το μεσημέρι, μέχρι τώρα ξάπλωνε στον καναπέ και έβλεπε παιδικά μέχρι να ξυπνήσει ο Γιώργος. Όταν ξυπνούσε ο Γιώργος αφηνίαζε, άρχιζε να χοροπηδάει, να πέφτει πάνω του, να τον τραβολογάει. Πιθανόν αυτό να το έκανε, σε τέτοια ένταση τουλάχιστον, γιατί ήξερε ότι σε λίγο θα αρχίσουν οι παιχνιδοασκήσεις του Γιώργου. Τώρα κλείσαμε την τηλεόραση. Μόλις ξυπνάει, έρχεται στο σαλόνι με μια κουβέρτα, τυλιγόμαστε και διαβάζουμε ένα βιβλίο (όχι όλο, όσο θέλει). Αυτό το ξεκίνησε μόνος του. Σηκώθηκε ένα απόγευμα κι αντί να θέλει τηλεόραση, ζήτησε ένα βιβλίο. Έτσι το καθιερώσαμε. Όταν ξυπνάει κι ο Γιώργος, τον παίρνουμε κι αυτόν στην παρέα μας και συνεχίζουμε με το βιβλίο. Στην αρχή στραβώνει που έρχεται κι ο Γιώργος, αλλά σε λίγα λεπτά το ξεπερνά, αφού βλέπει ότι συνεχίζουμε την ίδια δραστηριότητα. Στη συνέχεια δεν κάνω καθόλου ασκήσεις στο Γιώργο, τον βάζω μόνο σε θέσεις δηλ. στον ορθοστάτη, στο ρολό ιππαστί, στη σφήνα. Όταν τον βάζω στη σφήνα, κρατώντας του τα πόδια ανοιχτά και γυρισμένα ελαφρά προς τα έξω (όπως καθόμαστε δηλαδή εμείς φυσιολογικά) παίζουμε κάτι όλοι μαζί. Μια μέρα παίξαμε κατασκευές με τουβλάκια. Τελικά όλα γίνονται! Ένα παιδί με δυσκολία στα χέρια να παίζει κατασκευαστικά παιχνίδια. Και να πώς. Ο Λευτέρης ήταν ο μηχανικός κι ο Γιώργος ο πελάτης που ήθελε από το μηχανικό να του χτίσει ένα σπίτι. Ο Γιώργος διάλεγε τα τουβλάκια και έλεγε στο μηχανικό τι να κάνει π.χ ένα κόκκινο τουβλάκι, να γίνει κόκκινη κουζίνα και ο μηχανικός έχτιζε. Έτσι ξεπερνιόταν και η μεγάλη διαφορά ταχύτητας των δύο παιδιών. Για το Γιώργο ήταν εύκολο να πιάσει και να σκεφτεί τι θα γίνει το τουβλάκι, στο χρόνο που χρειαζόταν ο άλλος για να το τοποθετήσει. Έτσι ο Λευτέρης δεν βαριόταν να περιμένει, όπως γίνεται στο κλασικό παιχνίδι π.χ αν περίμενε το Γιώργο να βάλει κι αυτός ένα τουβλάκι. Ήταν πολύ ωραία.
Κατόπιν περιμένουμε να εμφανιστεί κάποιος πρόθυμος άνθρωπος (δηλ. ο παππούς) να πάει το Λευτέρη μια βόλτα. Σ'αυτό το χρονικό διάστημα κάνουμε τις ασκήσεις. Αν δεν έρθει κανείς, δεν κάνουμε τίποτα. Περιμένουμε να έρθει ο μπαμπάς, να παίξει με το Λευτέρη μπάλα έξω κι εμείς ότι προλάβουμε, ευτυχώς έχει μεγαλώσει η μέρα.
Στις 8-10 μέρες που ακολουθούμε αυτό το πρόγραμμα έχω δει μεγάλη αλλαγή και στα 2 παιδιά. Ειδικά ο μεγάλος είναι πιο ήρεμος, πιο συνεργάσιμος, σταμάτησαν οι συνεχείς επιπλήξεις. Αλλά και ο Γιώργος, παρόλο που κάποιες φορές χάνουμε ασκήσεις, είναι το ίδιο αποτελεσματικός στη φυσιοθεραπεία και έχει προσεγγίσει περισσότερο τον αδελφό του.
Πηγαίνουμε κι εμείς μαθαίνοντας και προσπαθώντας.
 

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Ποιες είναι οι καλύτερες θεραπείες για το παιδί μου που έχει αναπηρία;

Όταν μαθαίνουμε για πρώτη φορά ότι το παιδί μας έχει εγκεφαλική παράλυση ή κάποια άλλη αναπηρία, συμβαίνουν πολλά πράγματα. Αυτά που συμβαίνουν είναι κοινά για όλους αλλά βιώνονται με διαφορετικό τρόπο από τον καθένα. Άλλοι συντρίβονται, άλλοι θυμώνουν, άλλοι πέφτουν σε κατάθλιψη, άλλοι δεν συνειδητοποιούν τι ακριβώς συμβαίνει, άλλοι παραδίδονται, άλλοι ανακαλύπτουν μια τεράστια δύναμη να το παλέψουν, άλλοι χάνουν κάθε ελπίδα, άλλοι έχουν προσδοκίες που τελικά δεν πραγματοποιούνται, πολλά, πολλά που εξαρτώνται από πλήθος παραγόντων όπως το είδος και η βαρύτητα της αναπηρίας του παιδιού, ο χαρακτήρας του γονιού, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες κλπ.
Αυτό όμως που όλοι οι γονείς σκεφτόμαστε πρώτα πρώτα (εκτός ίσως από αυτούς που βρίσκονται προσωρινά σε κατάσταση άρνησης- που είναι και οι πιο λίγοι) είναι ποιες θεραπείες πρέπει να βρούμε για να βοηθήσουμε το παιδί μας. Είναι ένα σοβαρότατο θέμα που μας προβληματίζει και απασχολεί το μεγαλύτερο μέρος στη σκέψη μας. Απ' τη μια έχουμε ν'αποφασίσουμε την επιλογή του θεραπευτικού προγράμματος κι απ' την άλλη ν'αναλάβουμε τις ευθύνες της απόφασης αυτής.
Η πορεία είναι συνήθως η ακόλουθη. Κάποια στιγμή γίνεται η διάγνωση από κάποιον γιατρό. Είτε στην εντατική νεογνών όπου νοσηλεύεται το πρόωρο μωρό, είτε στο ιατρείο όπου πάμε το παιδί μας αργότερα για να μάθουμε γιατί δεν ακολουθεί την τυπική ανάπτυξη των άλλων παιδιών, είτε αργότερα στο σχολείο, σε διάφορα μέρη τελος πάντων. Πολλοί από μας δεν εμπιστεύονται τη μία γνώμη, ειδικά αν αυτή δεν αφορά κινητικά προβλήματα, τα οποία είναι εμφανή, αλλά προβλήματα επικοινωνίας, νόησης κλπ και επισκέπτονται περισσότερους γιατρούς. Κατόπιν δημιουργούμε μια ομάδα ειδικών και ξεκινούμε τις θεραπείες που έχουν ορίσει οι γιατροί. Στην πορεία βρίσκονται διάφοροι ΄(συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, άγνωστοι) που μας μιλούν για καλούς γιατρούς, εναλλακτικές θεραπείες, νέες μεθόδους, ειδικευμένα κέντρα αποκατάστασης σε διάφορες χώρες του κόσμου ή ψάχνουμε στο διαδίκτυο για να βρούμε ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει. Άλλοι από μας αποφασίζουν να εφαρμόσουν κάποιες θεραπείες άλλοι όχι, ανάλογα με τον τρόπο σκέψης μας και την οικονομική μας δυνατότητα. Πάντα μέσα μας υπάρχει η αμφιβολία μήπως δεν κάνουμε ό,τι μπορούμε ή μήπως κάνουμε λάθος σ'αυτά που επιλέγουμε. Η ψυχολογική πίεση είναι πολύ  μεγάλη. Πολλές φορές, καθώς έχουμε επενδύσει πολύ χρόνο, τον οποίο έχουμε "κλέψει" από αλλού όπως π.χ από τις ξένοιαστες οικογενειακές στιγμές, τις οικογενειακές γιορτές κλπ, ενδεχομένως πολλά χρήματα, σωματικές και πνευματικές δυνάμεις και δεν βλέπουμε τα αποτελέσματα που προσδοκούσαμε, απογοητευόμαστε, νιώθουμε ηττημένοι, απογοητευμένοι, ό,τι μας έχουν εκμεταλλευτεί και άλλα αρνητικά συναισθήματα. Πίσω απ' όλα αυτά βρίσκεται πάντα η θλίψη για την ειδική κατάσταση του παιδιού - αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Το νευρικό μας σύστημα πιέζεται και κουράζεται και είναι πολύ εύκολο να ολισθήσουμε σε άλλες καταστάσεις. Υπάρχει ένα εξαιρετικό άρθρο (και στο διαδίκτυο) μιας ειδικής φυσιοθεραπεύτριας με τίτλο ''Θεραπευτική υπερβολή στην εγκεφαλική παράλυση'' που δίνει μια καλή εικόνα αυτού που λέει ο τίτλος του.
Ποιες είναι λοιπόν οι καλύτερες θεραπείες για τα παιδιά μας; Που θα τις βρούμε; Πώς θα τις κάνουμε; Πώς θα τις πληρώσουμε; Τι αποτελέσματα θα έχουν;
Ήδη από τη στιγμή που θέσαμε τις ερωτήσεις, μπήκαμε σε κατάσταση άγχους. Που ν'αρχίσουμε να τις ψάχνουμε και να τις εφαρμόζουμε κιόλας. Ένας έφηβος με εγκεφαλική παράλυση (βαριά κινητική αναπηρία και προβλήματα λόγου) γράφει στο ιστολόγιό του '' τώρα που έχω μεγαλώσει και παίρνω μόνος μου τις αποφάσεις για τις θεραπείες, το είδος, τον τρόπο, τη διάρκειά τους, καταλαβαίνω πόσο δύσκολο ήταν για τους γονείς μου να το κάνουν για μένα όταν ήμουν παιδί"
Οπωσδήποτε θα ψάξουμε κάθε δυνατότητα που έχουμε. Όμως πρέπει να τηρούμε και κάποιες δικλείδες ασφαλείας, για να μη διαλυθούμε ως άνθρωποι και ως οικογένειες. Οι απόψεις μου για το θέμα - οι οποίες δεν ήταν πάντα οι ίδιες, αλλά αλλάζουν καθώς μεγαλώνει η εμπειρία μου με το παιδί και ίσως και ν'αλλάξουν αργότερα- είναι οι εξής:
Πρώτα πρέπει να δεχτούμε ότι ένα παιδί που έχει γεννηθεί με κάποια αναπηρία δεν είναι ίδιο με ένα παιδί χωρίς αναπηρία. Ν'αποδεχτούμε δηλαδή την αναπηρία του πραγματικά μέσα μας, ως κομμάτι του παιδιού μας και να συμπορευτούμε με αυτή. Είναι δυσκολότατη διαδικασία. Το πιο δύσκολο είναι να το αποδεχτείς νωρίς, γλιτώνοντας έτσι από πλήθος απογοητεύσεις, αλλά και αν δεν το αποδεχτεί κανείς νωρίς, θα το αποδεχτεί κάποια στιγμή με το πέρασμα του (λίγου ή πολύ) χρόνου. Θα τον φέρουν εκεί οι καταστάσεις. Σαφώς όπως ακούμε και διαβάζουμε συνέχεια τα παιδιά με αναπηρία είναι σαν όλα τα παιδιά, έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις κλπ. Αυτό είναι αναμφισβήτητη αλήθεια, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι ταυτόχρονα και διαφορετικά και να σεβόμαστε πρώτα απ' όλα εμείς ως γονείς τη διαφορετικότητά τους για να μάθουν κι αυτά να σέβονται τον εαυτό τους.
Όταν πήραμε για πρώτη φορά τη διάγνωση για το γιο μου, η παιδονευρολόγος μου είπε ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για αποκατάσταση (δηλ. να γίνει ένα παιδί τυπικής ανάπτυξης) αλλά για βελτίωση των ικανοτήτων του. Τότε μου είχε βαρυφανεί, αλλά τώρα πλέον καταλαβαίνω την αλήθεια αυτών των λόγων. Η αναπηρία δεν μπορεί να εξαφανιστεί με κάποιο φάρμακο, μπορεί να εξαφανιστεί μόνο με θαύμα (κι εγώ προσωπικά πιστεύω στα θαύματα και στη δύναμη της προσευχής), μπορεί όμως να δουλευτεί και να βελτιωθεί στο μέγιστο δυνατόν. Όλες οι θεραπείες που κάνουμε, ουσιαστικά δεν παρέχουν θεραπεία με τη στενή έννοια της λέξης, είναι βοηθητικές μέθοδοι. Αν το καταλάβουμε αυτό επίσης θα γλιτώσουμε από πολλές απογοητεύσεις και από πολύ άγχος. Εγώ προσωπικά άργησα λίγο να το καταλάβω γι'αυτό μιλώ από δική μου εμπειρία και όχι αραδιάζοντας θεωρίες.
Απο κει και πέρα, χωρίς άγχος, μπορούμε να ενημερωθούμε για τα διάφορα είδη θεραπειών, από τους ειδικούς που δουλεύουν με το παιδί, από τους γιατρούς, από το διαδίκτυο, από οικογένειες που εφάρμοσαν κάποιες απ'αυτές τις θεραπείες. Έχουμε βέβαια υπόψη πώς ότι λειτούργησε για τον έναν μπορεί να μην λειτουργήσει για τον άλλον. Ακόμη πώς κάποιοι ειδικοί μπορεί να είναι εναντίον μεθόδων που υποστηρίζουν κάποιοι άλλοι. Από κει και πέρα, θα κάνουμε την αξιολόγησή μας: πόσο χρόνο τρώει η θεραπεία από την καθημερινή οικογενειακή ζωή, από την ξεκούραση, πόσο κουράζει το παιδί, πόσο κοστίζει, σε τι βοηθά κλπ και να πάρουμε τις αποφάσεις μας. Η διαδικασία αυτή είναι χρονοβόρα, κουραστική και πολλές φορές το κεφάλι μας γίνεται καζάνι. Υπάρχει και η εύκολη λύση, την οποία εγώ ακολουθώ πρακτικά και στην οποία έχω καταλήξει πολύ πριν αποκτήσω ένα παιδί με αναπηρία (να που οι προηγούμενες εμπειρίες μου με βοηθούν τώρα - όλα συμβαίνουν για ένα λόγο). Καταφεύγεις με πίστη στην προσευχή και παρακαλάς πρώτα απ' όλα το Θεό να σου δίνει κουράγιο και δεύτερο αφήνεις όλο το θέμα πάνω του, αν αυτή η θεραπεία ή αυτή η απόφαση είναι σωστή, να τη φέρει μπροστά σου, αν είναι λάθος να βάλει εμπόδια. Και ξεκινάς. Να δώσω ένα πρακτικό παράδειγμα: Χρόνια τώρα διάφοροι σχετικοί και άσχετοι μας ζαλίζουν '' Κάθεστε μ'αυτή τη φυσιοθεραπεύτρια, μ'αυτή την εργοθεραπεύτρια, να πάτε  και σε άλλους, να  πάτε εδώ, να πάτε εκεί, αυτός σ'εκμεταλλεύται κλπ'' Το φυσιολογικό είναι, ακόμη και αν έχεις εμπιστοσύνη στην ομάδα ειδικών που έχεις διαλέξει, ν' αρχίσεις ν'αμφιβάλλεις ότι δεν κάνεις το σωστό. Τι να κάνεις; Να αρχίσεις ν'αλλάζεις τους θεραπευτές; πώς θα γίνει αυτό; κι αν αποδειχτεί λάθος; αρχίζει πάλι το άγχος. Με την εύκολη μέθοδο όμως που περιγράφω παραπάνω, ξαφνικά οι θεραπευτές σου χρειάζεται να λείψουν ένα μήνα, οπότε αναγκαστικά παίρνεις άλλους και κάνεις τη σύγκριση. Και γενικότερα όλες οι χρήσιμες πληροφορίες και άνθρωποι αρχίζουν να εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά σου.
Και να τελειώσω με τη συμβουλή που μου έδωσε ένας εξαιρετικός ειδικός:
"Η δουλειά σου ως μητέρα είναι ν'αγαπάς το παιδί σου, να το κάνεις να αισθάνεται όμορφα, να νιώθει ασφάλεια, να καλλιεργείς την αυτοεκτίμησή του. Να κάνετε μαζί ευχάριστα πράγματα. Αυτά είναι πολύ πιο σπουδαία από τις ασκήσεις. Τις ασκήσεις και τις θεραπείες μπορούν να τα κάνουν και οι θεραπευτές, αυτά όμως που σου είπα, μπορεί να τα κάνει μόνο ο γονιός (και περισσότερο η μητέρα, όταν το παιδί είναι ακόμη μικρό). Εκεί πρέπει να επικεντρωθείς εσύ."

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Κινητική αναπηρία - Mέχρι πού φτάνει το ¨"μπορώ";

Όταν τα παιδιά μας με εγκεφαλική παράλυση είναι μικρά, τους παρέχουμε  σαν γονείς όσα μπορούμε, προκειμένου να ζήσουν όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη ζωή: γιατρούς, ειδικούς θεραπευτές, βοηθητικό εξοπλισμό, διάφορες μορφές θεραπείας, ψυχολογική υποστήριξη κλπ. Όσο τα παιδιά είναι ακόμη παιδιά και ο εγκέφαλός τους αναπτύσσεται, δινόμαστε με όλη μας την καρδιά στο να τα βοηθήσουμε: κάνουμε μαζί τους τις ασκήσεις, ενσωματώνουμε τις ασκήσεις στην καθημερινή ρουτίνα του παιδιού, στηρίζουμε, καθοδηγούμε ώστε να φτάσουν οι κινητικές δεξιότητες του παιδιού στο μέγιστο δυνατόν. Μέσα σ'αυτήν την προσπάθεια συνήθως υιοθετούμε τη στάση ''the sky's the limit", όπως λένε στα αγγλικά δηλ.ο ουρανός είναι το όριο. Μπορούμε δηλαδή να ενθαρρύνουμε το παιδί να κάνει ό,τι μπορεί για ν'αναπτύξει όποιες ικανότητες έχει και να ζήσει όσο το δυνατόν πιο γεμάτη ζωή.
Έχω διαβάσει πάμπολλες αναρτήσεις στο διαδίκτυο για την εγκεφαλική παράλυση: ιατρικά άρθρα, προοπτικές νέων θεραπειών, καθημερινή διαβίωση, παιδική ηλικία - εφηβεία- ενήλικη ζωή με εγκεφαλική παράλυση, ψυχολογία των γονέων παιδιών με εγκεφαλική παράλυση καθώς και εφήβων και ενηλίκων με εγκεφαλική παράλυση. Έχω δει πάμπολλά βιντεο στο youtube, έχω διαβάσει ένα σωρό βιβλία. Αυτό που με προβληματίζει είναι το εξής:
Όσο το παιδί είναι μικρό, οι καταστάσεις περιγράφονται από τους γονείς. Συνήθως υπάρχει η αντιμετώπιση που έγραψα παραπάνω. Είναι απόλυτα κατανοητό, η αντιμετώπιση  αυτή είναι απαραίτητη  για την παρακολούθηση του δύσκολου και κουραστικού καθημερινού προγράμματος, για την τόνωση του ηθικού, για την άντληση ψυχικής δύναμης κλπ.
Όμως σε πολλές αναρτήσεις ατόμων με εγκεφαλική παράλυση στην ηλικία της ωριμότητας δηλ. 45, 55, 60 ετών, διαβάζω ότι έχουν μετανιώσει πολύ για κάποιες στάσεις που είχαν στο παρελθόν. Αυτό αφορά βέβαια άτομα που έχουν λειτουργία στα πόδια ή στα χέρια ή και στα τέσσερα άκρα, γιατί όταν υπάρχει ολική αναπηρία, η κατάσταση είναι διαφορετική. Γράφουν λοιπόν τα άτομα αυτά, πράγματα όπως τα παρακάτω:
"Όταν ήμουν νέος, δεν ήθελα καθόλου να χρησιμοποιώ αναπηρικό αμαξίδιο. Πάντα περπατούσα γιατί ήθελα ν'αποδείξω στον εαυτό μου ότι τα καταφέρνω, ότι μπορώ. Τώρα το έχω μετανιώσει γιατί καταπόνησα τον εαυτό μου άδικα και αυτό έχει αποτελέσματα στο σώμα μου τώρα που είμαι πλέον 60 ετών. Τώρα πια δεν έχω κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιώ το αμαξίδιο. Θα εύχομαι να το είχα καταλάβει αυτό νωρίτερα και να μην καταπονούσα τον εαυτό μου τόσο πολύ. Τώρα θα ήμουν πολύ καλύτερα" (άτομο περιπατητικό με διπληγία στα πόδια)
"Όσο ήμουν μικρή απεχθανόμουν το γεγονός ότι έπρεπε να έχω βοηθούς, τους οποίους προσλάμβαναν οι γονείς μου για να με εξυπηρετούν. Ήξερα ότι έχω την ανάγκη τους, αλλά η στάση μου απέναντί τους ήταν αρνητική, και προσπαθούσα να εξυπηρετηθώ μόνη μου παρά να τους ζητήσω βοήθεια. Στην πορεία κατάλαβα ότι ένας βοηθός μπορεί να γίνει και φίλος, όπως έχει γίνει με τη βοηθό που έχω τώρα και να σου προσφέρει τα όμορφα πράγματα που δίνει η φιλία" (άτομο σε αναπηρικό αμαξίδιο, αλλά με καλή λειτουργία στα χέρια)
Αναρτήσεις όπως τις παραπάνω και ειδικά αυτή που αφορά την καταπόνηση του σώματος στη νεανική ηλικία με επιπτώσεις αργότερα στην ωριμότητα, έχω διαβάσει πολλές. Διαφέρουν η μια απ' την άλλη αλλά ταυτόχρονα μοιάζουν πολύ. Σαφώς πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αλλιώς σκέφτεται ένας νέος κι αλλιώς ένας ηλικιωμένος με πολλές εμπειρίες, αλλιώς αντιλαμβάνεται τις δυνάμεις του ο ένας κι αλλιώς ο άλλος, άλλα πράγματα ζητάει απ' τη ζωή ο νέος κι άλλα ο ηλικιωμένος.
Κάπου εκεί αναρωτιέμαι κι εγώ μέχρι που πρέπει να φτάσουμε εμείς ως γονείς το ''μπορείς'' προς το παιδί μας. Οι διαχωριστικές γραμμές είναι λεπτές. Σαφώς καλούμαστε να χτίσουμε την αυτοεκτίμηση του παιδιού, να το βοηθήσουμε ν'αναπτύξει στο έπακρο τις ικανότητές του, να το βοηθήσουμε ν' αυτοεξυπηρετείται όσο γίνεται, να του δημιουργήσουμε θετική εικόνα για τον εαυτό του, να του δημιουργήσουμε ψυχολογικά αποθέματα. Σαφώς όμως δεν πρέπει να ξεπερνάμε το όριο, πρέπει να του διδάξουμε να ζητάει βοήθεια όποτε τη χρειάζεται, να το μάθουμε να παίρνει  όσο το δυνατόν καλύτερα ζυγισμένες αποφάσεις για τη ζωή του, να μην καταπονεί υπερβολικά τον εαυτό του για ν'αποδεικνύει πράγματα.
Φυσικά τίποτα απ' όλα αυτά δεν είναι εύκολο, αλλά μήπως υπάρχει και τίποτα εύκολο όταν είσαι γονιός και μάλιστα γονιός παιδιού με αναπηρία;
Η προσωπική μου γνώμη  - όσο κι αν θέλουμε να ωραιοποιούμε καταστάσεις- είναι ότι όσο κι αν πιέσουμε τα πράγματα, το μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων με αναπηρία δεν ζει τη ζωή που ζουν οι συνομήλικοί τους χωρίς αναπηρία. Το βλέπω απ' το παιδί μου. Όταν τα άλλα κάνουν βόλτες και τρέχουν όλα μαζί γύρω γύρω και παίζουν, αυτό κάνει θεραπείες. Αλλά κι αν είναι εκεί δεν μπορεί να συμμετάσχει στο παιχνίδι των άλλων, αφενός γιατί δεν μπορεί να περπατήσει, ούτε καν να σταθεί όρθιος χωρίς να κρατιέται από κάπου(και σ'αυτή την ηλικία τα παιδιά όλο τρέχουν, σκαρφαλώνουν, κρέμονται, χτυπιούνται αναμεταξύ τους κλπ).  Ακόμη και για να συμμετάσχει με το βοηθητικό του εξοπλισμό πρέπει να υπάρχουν προϋποθέσεις: να είναι το έδαφος ομαλό, να υπάρχει χώρος για να στρίψει κλπ. Η επισφαλής του ισορροπία το κάνει ν'αποφεύγει τα παιδιά, από φόβο μήπως τον σπρώξουν και πέσει (το να πέσει είναι ο εφιάλτης του). Είναι λοιπόν ένα παιδί που ουσιαστικά μεγαλώνει με την παρέα των ενηλίκων, ή εντάσσεται σ' ένα παιχνίδι με άλλα παιδιά μόνο αν το συντονίζει ενήλικας που θα τον κάνει να αισθάνεται ασφαλής. Είμαι σίγουρη ότι οι διαφορές θα είναι εμφανείς, με διαφορετικό τρόπο βέβαια, και αργότερα στο σχολείο.
Το να ζήσει ένα παιδί με κινητική αναπηρία μια ζωή γεμάτη, με την έννοια που δίνει ο περισσότερος κόσμος στη γεμάτη ζωή (δηλ. ταξίδια, σπορ, φιλίες, επιδόσεις, επαγγελματική αποκατάσταση, επαφές με το άλλο φύλο, απόκτηση υλικών αγαθών,δημιουργία οικογένειας) είναι δύσκολο. Το να ζήσει όμως μια ζωή γεμάτη με το πραγματικό νόημα δηλ. μια ζωή αληθινή, γεμάτη πνευματικότητα, θεωρώ ότι είναι πολύ πιο εύκολο για ένα παιδί με αναπηρία. Εάν διαβάσει κανείς στο διαδίκτυο αναρτήσεις παιδιών με εγκεφαλική παράλυση 12,  15, 19 χρονών, θα εκπλαγεί από την ωριμότητα τους και το πόσο έχουν συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής. Νομίζεις ότι διαβάζεις κείμενα ανθρώπων περασμένης ηλικίας. Ένα συγκινητικό χαρακτηριστικό είναι ότι όλα αυτά τα άτομα, παρά τα πάμπολλα προβλήματα που έχουν, προσπαθούν να βοηθήσουν τους άλλους με όποιον τρόπο μπορούν. Είναι και αυτό μέσα στα πλαίσια της ζωής με το πραγματικό νόημα.
Νομίζω λοιπόν ότι πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση ώστε να βοηθούμε τα παιδιά μας και όχι να τα καταπιέζουμε και μάλιστα για πράγματα που δεν χρειάζεται. Το όριο είναι δυσδιάκριτο και χρειάζεται να εξετάζουμε το θέμα συνεχώς, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.